Πέμπτη 22 Μαΐου 2008
Κωνσταντίνος Καραμανλής - Τελευταίος λαϊκός ηγέτης
Ο Καραμανλής συγκέντρωνε πολλά από τα χαρακτηριστικά του αυτοδημιούργητου ανθρώπου σε εποχή που η επαγγελματική και κοινωνική ανάδειξη απαιτούσε εκτός από επίμονη προσπάθεια και αρετές οι οποίες σήμερα βρίσκονται εν ανεπαρκεία. Αποτελούσε συνεπώς για τους περισσότερους οπαδούς του πρότυπο εργατικότητας, ευθυκρισίας, λιτότητας και υπευθυνότητας. Σε αντίθεση με άλλους σύγχρονούς του πολιτικούς οι οποίοι υιοθέτησαν από νωρίς την αστική συμπεριφορά, ο Καραμανλής διατήρησε ώς το τέλος γνωρίσματα της καταγωγής του, τα οποία υπήρξαν και το επικοινωνιακό του «σήμα κατατεθέν». Με τα στοιχεία αυτά ο Καραμανλής θα μπορούσε, αν ήθελε, να γίνει ένας γνήσιος λαϊκός ηγέτης, αν μάλιστα έρρεπε όπως άλλοι πολιτικοί στην κολακεία του απλού ανθρώπου, θα γινόταν σίγουρα και ο πρώτος λαϊκός Έλληνας λαϊκιστής. Επέλεξε ωστόσο μιαν άλλη οδό που ταίριαζε περισσότερο με το όνειρο της κοινωνικής ανάδειξης διά των αποδεκτών κανόνων του παιχνιδιού αλλά και τον ίδιο τον χαρακτήρα του.
Ο στενός συνεργάτης και φίλος του Κωνσταντίνος Τσάτσος, τον παρουσιάζει σαν «προτεστάντη» με γνωρίσματα τα οποία πολλοί Έλληνες που γεννήθηκαν στις δεκαετίες του σαράντα και του πενήντα θα αναγνώριζαν στον πατέρα τους. Τα γνωρίσματα που διακρίνει ο Τσάτσος περιλαμβάνουν την έννοια του χρέους, τη χειραγώγηση των συναισθημάτων, την οικονομική κοινοποίηση των παθών και την απόσταση από κάθε εμπλοκή με τη μαζική ψυχολογία.
Θα ήταν αδύνατη η κατανόηση του φαινομένου Καραμανλή χωρίς τη σύγκριση με τους πολιτικούς συγχρόνους του. Ο πρώτος σημαντικός του αντίπαλος υπήρξε ο Γεώργιος Παπανδρέου στις εκλογές του 1956 και πάλι στις αναμετρήσεις του 1963. Ο κατοπινός «Γέρος της Δημοκρατίας» περιπλανήθηκε μεταπολεμικά, για να βρει πολιτική στέγη. Μπορούσε χάρη στο ρητορικό του τάλαντο να συνεγείρει ψηφοφόρους διαφορετικών κατευθύνσεων και γι’ αυτό ικανότερος να ηγείται μεγάλων συνασπισμών με σταυροφορικό χαρακτήρα, παρά να δημιουργήσει πολιτικό κόμμα με το προσωπικό του στίγμα. Ο Γ. Παπανδρέου υπήρξε ο αντίποδας του Καραμανλή σχεδόν σε όλα εκτός από την κοινωνική προέλευση. Κατάφερε ωστόσο να ενσωματωθεί με ευκολία στον βενιζελικό πολιτικό κόσμο και χάρη στην επικοινωνιακή του ευχέρεια, να γίνει κατά την περίοδο 1963-67 αντικείμενο λαϊκού ενθουσιασμού. Ο Γ. Παπανδρέου ήταν πληθωρικός, αγαπούσε το κοινό του και δεν δίσταζε να είναι αμετροεπής στις υποσχέσεις του. Η δεύτερη αναμέτρηση με τον αντίπαλο αυτό, που συνομιλούσε με το κοινό του, τον γοήτευε και αναλάμβανε την προάσπιση της δικαιοσύνης, υπήρξε η πιο δύσκολη στιγμή του μετρημένου Μακεδόνα και οι εκλογές του 1963 οι μόνες στις οποίες ηττήθηκε. Για έναν πολιτικό με τόσο ισχυρό «υπερεγώ» (το κοινωνικό «εγώ» κατά τον Φρόυντ) και μεγάλη φροντίδα για το ηθικό περιεχόμενο των πράξεών του, οι επιθέσεις του Γ. Παπανδρέου και οι κατηγορίες για εκλογική νοθεία εις βάρος του, άγγιξαν την πιο ευαίσθητη χορδή του χαρακτήρα του. Η μεγαλύτερη ίσως αδυναμία ενός ανθρώπου με ανεπτυγμένο υπερεγώ και εχθρότητα έναντι των κρατούντων πολιτικών ηθών ήταν να αντιμετωπίζει επιθέσεις ad hominem. Ήταν πάντοτε αδύναμος υπερασπιστής του εαυτού του και γι’ αυτό προτίμησε τότε να εγκαταλείψει την πολιτική παρά να αποδυθεί σε πόλεμο λόγων με έναν αριστοτέχνη αντίπαλο.
Ο δεύτερος μεγάλος πολιτικός αντίπαλος υπήρξε ο γιος του πρώτου. Ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν κατά κάποιο τρόπο λιγότερο προβληματικός για τον Καραμανλή από τον πατέρα του. Η σοφία της ηλικίας, η αναβάπτιση στον πολιτικό βίο, η σωτηρία της Δημοκρατίας και το ηθικό κύρος που το επίτευγμα αυτό έφερε, θωράκισαν τον Καραμανλή της περιόδου 1974-79 από ανοίκειες αντιπολιτευτικές επιθέσεις. Αντίθετα από τον Γεώργιο Παπανδρέου, που συγκέντρωνε στοιχεία γνώριμα και ανεπιθύμητα στον Καραμανλή, ο Ανδρέας ήταν ένα ολωσδιόλου νέο φαινόμενο στην ελληνική πολιτική που ο παλαίμαχος Μακεδόνας δεν κατανόησε ποτέ. Αν ο Γεώργιος υπήρξε εν μέρει ένας παλαιάς σχολής γητευτής του πλήθους, ο Ανδρέας ήταν ένας συστηματικός λαϊκιστής με οπλικά συστήματα νέας κοπής. Κανένας γηγενής Ελληνας πολιτικός δεν θα μπορούσε να εφαρμόσει το είδος του λαϊκισμού που προερχόταν από τις ΗΠΑ, αν δεν γνώριζε τους μηχανισμούς του. Ο Ανδρέας ήξερε καλά την προτεραιότητα που κατέχει στο αμερικανικό σύστημα ο λαϊκός μέσος όρος, που υπήρξε το ιδανικό του Jefferson και η εκλογική δύναμη η οποία ανέδειξε τον Jackson, αλλά και τους Reagan και Bush Jr. Αναδεικνύοντας τον ταπεινό μέσο όρο του εκλογικού σώματος σαν επιθυμητό πρότυπο συμπεριφοράς, ο Ανδρέας κατεξοχήν προϊόν της αστικής διαπαιδαγώγησης, δημιούργησε μια νέα εικονική πραγματικότητα στη χώρα. Πρόκειται για αλλαγή με μακροχρόνιες επιδράσεις στο πολιτικό μας σύστημα: Οι αστοί να καμώνονται τους λαϊκούς ανθρώπους και οι λαϊκοί τους αστούς.
Δεν γνωρίζουμε πολλά για τη σχέση του Καραμανλή με τον Παπανδρέου εκτός του ότι εγκαινίασαν μαζί τη συμβίωση Προέδρου και πρωθυπουργού. Ο Καραμανλής βεβαίως, αισθάνθηκε θιγμένος από την παλινωδία του Παπανδρέου στην προεδρική εκλογή του 1985, αλλά διατήρησε στη δυσάρεστη γι’ αυτόν περίσταση τη σιωπή του, αποφεύγοντας εκδηλώσεις που θα αναστάτωναν τον πολιτικό βίο. Ο Καραμανλής υπήρξε ο τελευταίος λαϊκός ηγέτης, ενώ ο Παπανδρέου ο πρώτος λαϊκιστής.
Δευτέρα 19 Μαΐου 2008
Καταλήψεις κατά του δικαιώματος ψήφου των φοιτητών
Με το άκρως αντιδημοκρατικό αίτημα «να μη περάσει» η διάταξη του νόμου-πλαισίου που θεσπίζει την καθολική συμμετοχή φοιτητών στην ψηφοφορία ανάδειξης πρυτανικών αρχών, μειοψηφίες φοιτητικών ομάδων, που κηδεμονεύουν πλειοψηφίες εντός των πανεπιστημίων, βάζουν λουκέτο σε σχολές ΑΕΙ. Οι αποφάσεις για καταλήψεις λαμβάνονται από ελάχιστους. Για παράδειγμα, στο Πολυτεχνείο Κρήτης, επί συνόλου 3.000 φοιτητών, κατάληψη αποφάσισαν 270 άτομα.
Τα ΑΕΙ, όμηροι των ελαχίστων μειοψηφιών
Πόλεμος φοιτητικών – κομματικών παρατάξεων μαίνεται στα ΑΕΙ με θύμα τις δημοκρατικές διαδικασίες και την ομαλή λειτουργία των Ιδρυμάτων. Ενόψει των πρυτανικών εκλογών, οι φοιτητικές παρατάξεις, που αντιδρούν στον νέο νόμο - πλαίσιο, επιτίθενται με σφοδρότητα η μία στην άλλη προσδοκώντας και οφέλη για το κόμμα το οποίο ιδεολογικά εκπροσωπούν. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλοί πανεπιστημιακοί δάσκαλοι κάνουν λόγο για μιά ανώτατη παιδεία που μετατρέπεται σε ρινγκ κομματικών και μικροπολιτικών αντιπαραθέσεων.
Ταυτόχρονα, οι εκπρόσωποι των παρατάξεων, αντιδρώντας σε μία από τις πλέον δημοκρατικές διατάξεις του νέου νόμου –αυτή που ορίζει καθολική ψηφοφορία των φοιτητών στις πρυτανικές εκλογές–, εκδηλώνουν την προσπάθειά τους να διατηρήσουν τα προνόμιά τους εντός των ΑΕΙ. Το έλλειμμα εγκυρότητας των όποιων αποφάσεων καταδεικνύεται και από το γεγονός ότι πολύ λίγοι φοιτητές ψηφίζουν για να προχωρήσει μια σχολή σε κατάληψη, να μη γίνονται μαθήματα.
Με την ψήφο ελαχίστων
Πόσο τηρούνται οι δημοκρατικές διαδικασίες περί απαρτίας; Είναι ενδεικτικό ότι στο Πολυτεχνείο Κρήτης με συνολικά 2.800 προπτυχιακούς φοιτητές, παρόντες στη γενική συνέλευση που αποφάσισε κατάληψη ήταν 270 φοιτητές. Στο ΕΜΠ, όπου υπό κατάληψη είναι επτά από τις εννέα σχολές, στις γενικές συνελεύσεις συμμετείχαν περί τα 50 άτομα, δηλαδή 350 ψήφισαν ενώ το ίδρυμα έχει 9.119 ενεργούς φοιτητές και 13.100 εγγεγραμμένους. Η ίδια εικόνα και στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, όπου σε γενική συνέλευση τμήματος 500 φοιτητών, συμμετείχαν 40 άτομα και υπέρ της κατάληψης ψήφισαν οι 25. «Και εάν δεν βγαίνουν τα νούμερα, συνεχίζουν τη συζήτηση για ώρα ώστε κάποια στιγμή μερικοί να βαρεθούν και να φύγουν, για να διαμορφωθεί πλειοψηφία», λέει στην «Κ» έμπειρος πανεπιστημιακός. Ακόμη και εάν ο αριθμός των υπό κατάληψη σχολών είναι τώρα μικρός, μήπως –όπως στις περυσινές κινητοποιήσεις– ξαναδούμε με διάφορα τρικ, οι φοιτητικές παρατάξεις να συντηρούν επικοινωνιακά ένα κλίμα έντασης στα ΑΕΙ;
Ειδικότερα, ένα νέο επεισόδιο της προσπάθειας απαξίωσης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης εκτιμάται πως θα διαδραματισθεί από την Τρίτη, ημέρα που έχουν προγραμματιστεί οι πρυτανικές εκλογές στο Πολυτεχνείο Κρήτης και στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας. Με δεδομένο ότι οι φοιτητικοί σύλλογοι έχουν αποφασίσει να προχωρήσουν σε κατάληψη των ιδρυμάτων, βάσιμοι είναι οι φόβοι πως «θα τιναχθούν στον αέρα οι εκλογές». Ηδη, οι πρυτανικές αρχές του Πολυτεχνείου Κρήτης προσανατολίζονται να αποφασίσουν αναβολή των εκλογών.
Ενδεικτικό ότι τα ΑΕΙ πέφτουν θύματα της λογικής του «έτσι θέλουμε» μειοψηφιών, είναι και το γεγονός ότι ως προς τη νέα ρύθμιση εκλογής πρυτάνεων (θεσπίζεται η καθολική συμμετοχή των φοιτητών και όχι δι’ εκλεκτόρων) με τον υπουργό Παιδείας Ευριπίδη Στυλιανίδη συμφωνεί και η αρμόδια για τον χώρο της Παιδείας του ΠΑΣΟΚ, Άννα Διαμαντοπούλου. «Οι επικείμενες εκλογές σε όλα τα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ γίνονται με την καθολική συμμετοχή των φοιτητών – μέτρο το οποίο θεωρούμε ότι είναι προς τη θετική κατεύθυνση. Οι εκλογές είναι μέσο και προϋπόθεση για τη δημοκρατική ανάδειξη των πρυτανικών αρχών και των προέδρων, αυτών δηλαδή που είναι υπεύθυνοι, έχουν χρέος και ευθύνη για την ακαδημαϊκή και διοικητική λειτουργία των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων. Θεωρούμε απαράδεκτη κάθε προσπάθεια για ανατροπή με βίαιο τρόπο της εκλογικής διαδικασίας», ανέφερε η κ. Διαμαντοπούλου.
«Το δημόσιο πανεπιστήμιο είναι πάνω απ’ όλα ελεύθερο και δημοκρατικό πανεπιστήμιο κι εμείς, που έχουμε δεσμευθεί με ολοκληρωμένες προτάσεις και σχέδιο για την ποιοτική αναβάθμιση του δημόσιου πανεπιστημίου, αλλά και όλων των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, υποστηρίζουμε τη δημιουργική και απρόσκοπτη λειτουργία του, κάτι που αποτελεί και απαίτηση του ελληνικού λαού», συμπλήρωσε.
Όμως, η κ. Διαμαντοπούλου δεν εκφράζει όλα τα μέλη της ΠΑΣΠ, μερίδα της οποίας τάσσεται κατά της συγκεκριμένης ρύθμισης και, ευρύτερα, του νόμου - πλαισίου. Πίσω από τα προσχήματα, ο «πετροπόλεμος» των φοιτητικών παρατάξεων κρύβει την προσπάθεια να καρπωθούν πολιτικά την αντίδραση στον νόμο.
- Η Πανσπουδαστική (ΚΚΕ) απάντησε στη Νεολαία του ΣΥΝ, που επέκρινε την απόφασή της να μη συμμετάσχει στις πρυτανικές εκλογές, παρουσιάζοντας λίστα με πανεπιστημιακούς που στήριξαν τον ΣΥΡΙΖΑ στις βουλευτικές εκλογές. «Είναι καθηγητές που έχουν υπογράψει το κείμενο στήριξης του νόμου - πλαισίου, γνωστό και ως “κίνηση των 1.000”. Άραγε για τον λόγο αυτό, ο ΣΥΝ δεν έχει πάρει θέση ακόμη για τις πρυτανικές εκλογές;» αναφέρει η φοιτητική παράταξη. Το μέλος της ΚΝΕ Νίκος Αμπατιέλος τόνισε –με γραπτή δήλωσή του ότι «η Πανσπουδαστική καλεί τους φοιτητές να καταδικάσουν συνολικά τον νόμο που ψήφισε η κυβέρνηση και που προχωρεί περαιτέρω την εφαρμογή της ιδιωτικοοικονομικής λειτουργίας των ΑΕΙ. Κρατάμε ανοιχτό το μέτωπο για την κατάργησή του μέσα από μαζικές αγωνιστικές διεργασίες. Μπροστά στις εκλογές για όργανα διοίκησης που ουσιαστικά θα κληθούν να εφαρμόσουν στην πράξη όλες τις διατάξεις του νόμου, καλούμε σε μαζική αποχή, για να μη νομιμοποιηθεί η εφαρμογή του, να δημιουργηθεί κλίμα ανοιχτής υπονόμευσης και πλατιάς πολιτικής καταδίκης των αλλαγών που επιχειρεί η κυβέρνηση, υλοποιώντας τις κατευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τη συναίνεση ΠΑΣΟΚ, ΣΥΝ. Το φοιτητικό κίνημα πρέπει να απαντήσει στο στημένο παιχνίδι συκοφάντησής του, έτσι ώστε η καταδίκη της αντιεκπαιδευτικής πολιτικής να γίνει κτήμα όλων των εργαζομένων και του λαού» .
- Αντί για αποχή από τις εκλογές, τα μέλη της Ενιαίας Ανεξάρτητης Αριστερής Κίνησης (εξωκοινοβουλευτική αριστερά) και της Αριστερής Ενότητας (ΣΥΝ) ψηφίζουν κατάληψη των ιδρυμάτων. Μάλιστα, η ΕΑΑΚ έβαλε τη σφραγίδα της στην προσπάθεια παρεμπόδισης των εκλογών καλώντας όλους όσοι το προηγούμενο διάστημα εναντιώθηκαν στις αλλαγές στα πανεπιστήμια να μην επιτρέψουν να γίνει καμία εκλογή πρυτανικών αρχών με καθολική ψηφοφορία.
- Από την πλευρά του, ο γραμματέας της Νεολαίας του ΣΥΝ, Δημήτρης Τζαννακόπουλος, τόνισε ότι «ο τρόπος συμμετοχής των φοιτητών στις πρυτανικές εκλογές δεν είναι το κύριο πεδίο αντιπαράθεσης. Αυτό είναι οι εκβιασμοί Στυλιανίδη για τη χρηματοδότηση των ΑΕΙ, οι 4ετείς προγραμματισμοί, οι εσωτερικοί κανονισμοί των ΑΕΙ, η αναγνώριση των κολεγίων». Τι θα κάνει η νεολαία μεθαύριο και στις επόμενες εκλογές σε άλλα ιδρύματα; «Σε περίπτωση που δεν υπάρξει απόφαση γενικής συνέλευσης των φοιτητών για κατάληψη, εμείς δεν θα διακόψουμε τη διαδικασία με βίαιο τρόπο. Αντίθετα, θα προβούμε σε δυναμικές κινητοποιήσεις εάν η Σύγκλητος του κάθε ιδρύματος επιχειρήσει να εφαρμόσει τον νόμο - πλαίσιο». Το τοπίο που έχει διαμορφωθεί στον χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης δείχνει εκρηκτικό.
Ζητούν χρόνο για τον 4ετή προγραμματισμό
«Ο τετραετής προγραμματισμός απαιτεί αλλαγή φιλοσοφίας. Δώστε μας χρόνο». Αυτό ζητούν οι διοικήσεις των ιδρυμάτων για να συντάξουν τον ακαδημαϊκό - αναπτυξιακό προγραμματισμό τους, διαχωρίζοντας σαφώς τις θέσεις τους από τις φοιτητικές παρατάξεις που αντιτίθενται στη διάταξη. Ομως, το γεγονός ότι το υπουργείο Παιδείας ζήτησε από τα ιδρύματα να καταθέσουν τον προγραμματισμό τους έως τις 30 Μαΐου προκάλεσε αντιδράσεις. Οι πρυτάνεις ζητούν παράταση της προθεσμίας, και αναμένεται να λάβουν τη θετική απάντηση επισήμως από τον υπουργό Παιδείας κ. Ευριπίδη Στυλιανίδη στη Σύνοδο Πρυτάνεων τον Ιούνιο.
«Η πλειονότητα των τμημάτων και των υπηρεσιών έχει ολοκληρώσει τον τετραετή προγραμματισμό. Ο όγκος δουλειάς είναι μεγάλος. Το ουσιαστικό είναι ότι αλλάζει η φιλοσοφία στη λειτουργία του κάθε ιδρύματος», ο κ. Ηλίας Κουσκουβέλης, πρύτανης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, όπου έως τώρα έχουν γίνει σημαντικά βήματα ως προς τον τετραετή προγραμματισμό.
«Το αίτημα του υπουργείου Παιδείας είναι απόλυτα σωστό, διότι θα βοηθήσει τα ιδρύματα να σχεδιάσουν την ανάπτυξή τους σε βάθος χρόνου και όχι με βάση τις ετήσιες ανάγκες τους όπως τώρα» ο πρύτανης του ΕΜΠ κ. Κωνσταντίνος Μουτζούρης. «Ομως υπάρχουν δυσκολίες» συμπληρώνει ο ίδιος. «Η έλλειψη εμπειρίας και παράδοσης σε τέτοια ζητήματα δυσκολεύει την κατάσταση» ο πρύτανης του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Γρηγόρης Πραστάκος.
Ο Ζοζέ Πεσέιρο λίγο πριν φύγει από την Ελλάδα στην «Καθημερινή της Κυριακής» στην Παιανία, μιλώντας γιά όλους και γιά όλα
— Δύσκολη μέρα η σημερινή, έτσι δεν είναι;
— Υπάρχει λύπη γιατί δέθηκα με τον Παναθηναϊκό. Καταφέραμε και δημιουργήσαμε με όλους μια καλή σχέση όχι μόνο επαγγελματική αλλά και συναισθηματική. Υπάρχει λύπη αλλά και η ικανοποίηση ότι δώσαμε τα πάντα για να πετύχουμε. Νομίζω ότι κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την αφοσίωσή μας στον Παναθηναϊκό. Δεν μπορούμε να είμαστε ευτυχισμένοι γιατί δεν κερδίσαμε τον τίτλο, έχουμε όμως καθαρή τη συνείδησή μας. Τα περισσότερα πράγματα που θέλαμε να εφαρμόσουμε σε όλα τα επίπεδα της δουλειάς μας, τα καταφέραμε. Χαίρομαι γιατί όλοι στο «σταφ» της Παιανίας, έδειξαν ότι τους άρεσε να δουλεύουν μαζί μας. Αν και στη ζυγαριά είναι οι τίτλοι πρώτα, κανείς που έζησε το έργο μας δεν μπορεί να το αμφισβητήσει.
— Φεύγοντας από τη Ελλάδα, τι εικόνα κρατάτε από την περίφημη ελληνική νοοτροπία;
— Υποχρέωση κάθε ανθρώπου του ποδοσφαίρου είναι να κατανοήσει και να προσαρμοσθεί γρήγορα στην κουλτούρα του τόπου που δουλεύει, όπως και να εφαρμόσει οτιδήποτε μπορεί για να συνεισφέρει θετικά σ’ αυτή τη νοοτροπία. Είναι σίγουρα πολύ θετικό το πάθος και ο ενθουσιασμός των Ελλήνων, πρέπει όμως να υπάρχει ένα μέτρο γιατί μερικές φορές χάνουμε τη λογική. Πρέπει να υπάρχει ισορροπία στην καρδιά και τη λογική.
— Ποιά εικόνα θα μεταφέρετε στην πατρίδα σας για το ελληνικό ποδόσφαιρο;
— Η Ελλάδα είναι Πρωταθλήτρια Ευρώπης. Το άξιζε 100%. Μπορεί ακόμα να βελτιωθεί στη δομή, στο σύστημα, την οργάνωση, γενικότερα στην καλλιέργεια των ανθρώπων που ασχολούνται με το ποδόσφαιρο. Και η Πορτογαλία πέρασε το ίδιο στάδιο. Υπάρχει μια συνεχής εξέλιξη σε όλα. Το ποδόσφαιρο είναι ο μικρόκοσμος της κοινωνίας που είναι ο μακρόκοσμος. Αδύνατον να είναι το ποδόσφαιρο οργανωμένο όταν η κοινωνία είναι ανοργάνωτη. Ολοι έχουν ευθύνη να πάνε την κοινωνία ένα βήμα πιο μπροστά. Και ο Τύπος έχει ευθύνη. Συχνά οι εφημερίδες μπαίνουν στον εύκολο δρόμο του ανταγωνισμού, έχουν όμως την ευθύνη όχι μόνο να πληροφορούνε αλλά και να αναπτύσσουνε και να καλλιεργούνε. Η εκπαίδευση δεν είναι ευθύνη μόνο των σχολείων. Είναι και των ΜΜΕ γιατί έχουν πολύ μεγάλη δύναμη. Δεν είναι πρόβλημα μόνο της Ελλάδας, είναι γενικότερο.
«Ο Νίνης έχασε αγώνες, αλλά κέρδισε μέλλον»
Σημείο αναφοράς για τον Πεσέιρο υπήρξε ο τρόπος που χειρίστηκε τον Σωτήρη Νίνη και τον Έκι Γκονζάλες. Ειδικά η γκρίνια του κόσμου για το λιγοστό χρόνο που έδωσε στον Νίνη, ήταν αφορμή για πολλές εκρήξεις.
— Τελικά, αυτή η ιστορία με τον Νίνη σάς έκανε πολύ κακό σε προσωπικό επίπεδο;
— Έκανε κακό σε μένα και σίγουρα πολύ καλό στον Νίνη. Αυτή τη στιγμή είναι περισσότερο ποδοφαιριστής απ’ όσο ήταν πέρυσι, παρότι έπαιξε λιγότερο από όσο και εγώ και αυτός περιμέναμε. Σαν ποδοσφαιριστής και σαν άνθρωπος ο Νίνης είναι πολύ νέος και είναι σε διαδικασία εξέλιξης. Προσπαθήσαμε συστηματικά να τον βελτιώσουμε όσο γίνεται στον αμυντικό και επιθετικό τομέα, να δείξει περισσότερο επαγγελματισμό και ζήλο στην προπόνηση, να αναπτυχθεί ως άνθρωπος, ως προσωπικότητα, ως ποδοσφαιριστής. Αυτά είναι δική μας ευθύνη, όχι δική του. Όσα γίνανε πέρυσι και εφέτος, ίσως επηρέασαν την εξέλιξή του. Θέλαμε να βάλουμε βάσεις για να μείνουνε σε όλη του τη ζωή. Ίσως να νιώθει πως έχασε χρόνο αυτή τη σεζόν, αλλά κέρδισε πολλά για το μέλλον. Εγώ σαφώς και έχασα για να υπερασπιστώ τον Νίνη ως ποδοσφαιριστή και τα συμφέροντα του Παναθηναϊκού. Του χρόνου θα είναι καλύτερος αν συνεχίσει με μικρά αλλά σταθερά βήματα και όχι με μεγάλα, που ποτέ δεν ξέρεις πού θα οδηγήσουν. Μου άρεσε στον Σωτήρη ότι είχε τη δύναμη να αντιμετωπίσει όσα γράφονταν και λέγονταν γι’ αυτόν. Προσπάθησε πολύ για να βελτιωθεί στο σώμα, στο μυαλό, στη νοοτροπία, παντού. Σ’ αυτή την ηλικία είναι αρκετά δύσκολο.
— Σκεφτήκατε την εύκολη λύση να τον χρησιμοποιείτε για να αποφορτισθεί η πίεση;
— Για μένα είναι πολύ δύσκολο αυτό. Ποτέ δεν ξέρουμε τα όρια της αντοχής μας, αλλά ποτέ δεν θέλησα να κάνω τα εύκολα για να βελτιώσω τη θέση μου.
— Η τύχη τα έφερε να φύγετε από τον Παναθηναϊκό την ίδια μέρα με τον Γκονζάλες...
— Έχω την άποψη ότι όλοι οι παίκτες είναι καλοί επαγγελματίες αλλά κάποια στιγμή κάνουν λάθη. Ουδείς αλάθητος στον κόσμο ή στη δική μου την ομάδα. Απλώς τα συμφέροντα της ομάδας είναι πολύ πιο ψηλά από τα συμφέροντα του προπονητή ή των παικτών. Είμαι πιο μαλακός όταν κάτι δεν επηρεάζει όλη την ομάδα και αλλιώς όταν την επηρεάζει. Ο προσανατολισμός δεν πρέπει να χάνεται, οι κανόνες πρέπει να τηρούνται.
— Θα είχατε να πείτε κάτι στον Εκι;
— Του εύχομαι να είναι όσο πιο ευχαριστημένος γίνεται και να έχει καλή τύχη. Δεν το λέω για να το πω. Από καρδιάς τού εύχομαι να έχει επιτυχία. Ως προπονητής, εγώ είμαι υπεύθυνος για όλους, υπεύθυνος και για τα λάθη τους. Όλοι έχουν δικαίωμα στο λάθος στο ποδόσφαιρο, το ίδιο και στη ζωή. Αλλά να δείχνουν χαρακτήρα και να μην το επαναλαμβάνουν.
«Αυτά ήταν τα λάθη που έκανα φέτος στον Παναθηναϊκό»
Εξ ορισμού, όταν ο στόχος χάνεται, την ευθύνη την έχει ο καπετάνιος. Ο Παναθηναϊκός δεν κέρδισε τίποτα εφέτος, παρότι η γενική του εικόνα ήταν πολύ καλύτερη από την περυσινή.
— Κάνοντας την αυτοκριτική σας, ποια λάθη χρεώνετε στον εαυτό σας;
— Έκανα λάθη, σίγουρα. Για παράδειγμα, το ότι δεν ήξερα τι γίνεται έξω από τα αποδυτήρια, ίσως να βγήκε σε κακό. Είμαι υπόλογος όταν οι παίκτες μου δεν έχουν καλή ψυχολογία, οπότε το να μην ξέρω τι διαβάζουν ή τι ακούνε ή ποιο είναι το περιβάλλον τους, ίσως δημιούργησε σύγχυση. Αυτό είναι μόνο ένα από τα λάθη μου.
— Να πούμε και μερικά άλλα;
— Πάντα υπάρχουν λάθη, όπως στις επιλογές παικτών ή κάποιες κινήσεις από τον πάγκο που δεν βγήκανε. Αυτά τα καταλαβαίνεις μετά... Χριστόν. Λάθος μου ήταν που είχαν μεγάλη ένταση οι προπονήσεις. Κάναμε κάποιες μετρήσεις και τις εκτίμησα με καθυστέρηση. Έδειξαν ότι το άγχος και η πίεση των παικτών τους έκαναν να αντιδρούν αρνητικά στις προπονήσεις. Όταν το καταλάβαμε, χαμηλώσαμε την ένταση. Ήταν η κρισιμότερη καμπή του πρωταθλήματος και αυτό το λάθος μου φάνηκε στα παιχνίδια. Θα έπρεπε, επίσης, να μιλήσω περισσότερο προσωπικά με κάθε παίκτη, για να αποφορτιστούν από την πίεση. Ολα τα άλλα είναι τελείως υποκειμενικά.
— Δικαιολογούν όλα αυτά τη διαφορά της εικόνας ή υπάρχουν κι άλλα;
— Κυρίως αυτά, τα άλλα είναι μικρότερης σημασίας. Θα μπορούσαμε με διαφορετικές τακτικές, ψυχολογικές ή προπόνησης, να ισορροπήσουμε την ομάδα. Το μοντέλο να πιέζουμε από ψηλά μας κούραζε και θα μπορούσαμε να μην το έχουμε κι ας ήταν ένα στοιχείο που μας χαρακτήριζε. Το 4-2-3-1 βολεύει για να πιέζεις ψηλά με λιγότερη κούραση, να είμαστε πιο συμπαγείς. θα μπορούσα να το είχα επιλέξει νωρίτερα. Μιλάμε για μια σεζόν με 46 παιχνίδια, όπου χάσαμε έξι φορές. Σε κάθε τρία ματς, κερδίζαμε τα δύο. Το μοναδικό αρνητικό ήταν ότι κάναμε κοιλιά στην κρισιμότερη καμπή. Η γενική εικόνα ήταν μιας σταθερής ομάδας η οποία αντιδρούσε καλά όταν όλοι λέγανε ότι επιστρέφουν τα φαντάσματα. Φαντάσματα δεν υπάρχουν πια, τα διώξαμε με τη δουλειά. Δεν είναι εύκολο να αντιδράσεις θετικά μετά την απώλεια του τίτλου και εμείς το κάναμε.
— Πολλοί λένε ότι παίξατε καλά αφού τα χάσατε όλα...
— Όχι, δεν ισχύει. Σε δύσκολα εκτός έδρας παιχνίδια με πολύ κόσμο, αντιδράσαμε καλά. Το 1-1 με τον Ολυμπιακό ήταν καθοριστικό γιατί αν παίρναμε μια νίκη που αξίζαμε απόλυτα, όλα θα ήταν διαφορετικά και για μας και γι’ αυτούς. Το 4-0 είναι δική μου ευθύνη γιατί παίξαμε με πολύ παραπάνω ρίσκο απ’ όσο έπρεπε, θέλοντας να εκμεταλλευτούμε το ψυχολογικό προβάδιαμα που είχαμε. Παρά το χαστούκι του 4-0 σταθήκαμε όρθιοι. Δείξαμε χαρακτήρα, δύναμη και προσωπικότητα. Δεν ξέρω αν πέρασε αυτό στον Τύπο. Δεν έχω πρόβλημα όταν χάνουμε, να χάνει ο Πεσέιρο κι όταν νικάμε, να κερδίζουν όλοι.
— Πολλοί πιστεύουν ότι στο ματς με τον ΟΦΗ, μερικοί παίκτες σας έπαιζαν σα να μη θέλουν να κερδίσουν. Νοιώσατε κάτι τέτοιο;
— Σε καμία περίπτωση. Με τίποτα. Ήθελαν αλλά δεν μπορούσαν. Η ήττα εξηγείται ποδοσφαιρικά. Η ευθύνη είναι δική μου ξεκάθαρα. Αντί να βάλω χαφ, έβαλα επιθετικούς και έκανα τα πράγματα χειρότερα γιατί χάσαμε την οργάνωσή μας. Όποιος είναι απ’ έξω, λέει ό,τι θέλει. Οι προπονητές ξαναβλέπουν τα παιχνίδια στο βίντεο. Αν τα ξαναδείτε κι εσείς, θα έχετε κατά 40% άλλη γνώμη από την πρώτη. Πάντα υπάρχουν σε όλα τα πρωταθλήματα τέτοιες απώλειες, μόνο που η κοινή γνώμη σε άλλες χώρες τα κάνει πιο εύκολα αποδεκτά σε σχέση με την Ελλάδα.
— Για εσάς ποιος είναι πρωταθλητής; Ο Ολυμπιακός ή η ΑΕΚ;
— Όλοι οι άνθρωποι του ποδοοσφαίρου θέλουν να κρίνονται τα πρωταθλήματα στο γήπεδο αλλά υπάρχουν διατάξεις και κανονισμοί που πρέπει όλοι να τους σέβονται. Ούτε εμένα θα μου άρεσε αν είχα χάσει έτσι ένα παιχνίδι και θα το είχα κυνηγήσει. Απ’ αυτή την υπόθεση ο Παναθηναϊκός έχασε πολλά. Όποιος ασχολείται με ποδόσφαιρο, μπορεί να καταλάβει τη διαφορά του να πας στην Ξάνθη με το +4 και όχι με το +1.
— Οι οπαδοί του Παναθηναίκού, κυρίως τα προηγούμενα χρόνια, νιώθουν αδικημένοι από τη διαιτησία. Τι γνώμη έχετε εσείς για φέτος;
— Δεν μου αρέσει να δικαιολογώ υποψίες για τη διαιτησία. Ναί, δεν μας έδωσαν αρκετά πέναλτι και μας σφύριξαν 4 που δεν ήταν, αλλά η άποψή μου είναι ότι δεν υπήρχαν διακρίσεις. Σε καμία περίπτωση δεν μπορώ να πω ότι φταίει η διαιτησία που δεν πήραμε τον τίτλο. Σιγά σιγά πρέπει να απαγκιστρωθούμε απ’ αυτό. Θα είναι καλό για όλους.
— Οι σχέσεις με τον Βέλιτς πώς ήταν;
— Πολύ καλές. Ο καθένας είχε τα καθήκοντά του και σεβόταν τον άλλο. Είχαμε και τις διαφωνίες μας αλλά η φιλοσοφία μας ήταν πάνω κάτω η ίδια.
— Όλοι περιμένουν ότι θα σας διαδεχθεί ο Μπάγεβιτς. Τι γνώμη έχετε γι’ αυτόν;
— Δεν το ξέρω αν θα είναι αυτός. Τον Μπάγεβιτς ως άνθρωπο δεν τον γνωρίζω. Θέλω ο Παναθηναϊκός να πετύχει και όποιος κι αν έλθει, του εύχομαι καλή επιτυχία.
— Τι ομάδα θα παραλάβει;
— Θα βρει μια ομάδα που έχει μπει σε ένα σωστό δρόμο, που έχει βελτιωθεί και μπορεί να βελτιωθεί περισσότερο, μια ομάδα που έχει κανόνες είτε μέσα είτε έξω από τον αγωνιστικό χώρο. Θα βρει παίκτες που θέλουν να πετύχουν και είναι επαγγελματίες. Κάθε διαδικασία έχει μια εξέλιξη και όλα μπορούν να γίνουν καλύτερα.
«Οι αντίπαλοί μας έπρεπε να ήταν μόνο οι 15 ομάδες»
Ακόμα κι όταν ο Παναθηναϊκός ήταν στην πρώτη θέση, ο Πεσέιρο έγινε στόχος. Υπήρξε έντονη αμφισβήτηση των επιλογών του από τα ΜΜΕ και τον κόσμο, με την κατάσταση να ξεφεύγει από τα όρια της λογικής όταν η ομάδα άρχισε να έχει άσχημα αποτελέσματα. Οι σκηνές των αγανακτισμένων οπαδών να βρίσκονται πάνω από τον πάγκο του και να τον βρίζουν σε κάθε του κίνηση, είναι ανάγλυφες της κατάστασης που επικρατούσε.
— Από πότε καταλάβατε ότι δεχόσαστε επίθεση που ξέφευγε από τα όρια της κριτικής; Από τις αντιδράσεις του κόσμου;
— Για πολύ καιρό δεν το ήξερα. Με δική μου επιλογή, θέλησα να μην ασχολούμαι με όσα γράφονται για μένα κι αυτό όχι επειδή απαξιώνω την κριτική. Ολοι έχουν το δικαίωμα να κριτικάρουν. Όταν άρχισα να νιώθω στο γήπεδο την ατμόσφαιρα να γίνεται εχθρική, το συνειδητοποίησα. Πολλά εξαρτώνται από τους opinion makers, τους ανθρώπους που διαμορφώνουν την κοινή γνώμη. Οταν κάποιος πάει στο γήπεδο και είναι επηρεασμένος αρνητικά από όσα διαβάζει και ακούει, θα το βγάλει στις αντιδράσεις του. Η αρνητική εικόνα που υπήρχε όταν η ομάδα ήταν στην πρώτη θέση, δεν δικαιολογείται. Δεν ξέρω ποιοι ήταν οι στόχοι, ή μάλλον ξέρω, αλλά τι να λέμε τώρα...
— Η ατμόσφαιρα αυτή, επηρέασε την ομάδα;
— Στις δικές μου επιλογές, όχι. Κανείς όμως δεν μπορεί να πει ότι δεν έχει επηρεαστεί. Ισως να επηρεάστηκα ασυνείδητα και να μην το έχω καταλάβει. Δεν κάνω τις επιλογές μου για να γίνω αρεστός στους οπαδούς και στον Τύπο. Οταν έκανα τις επιλογές μου, ο στόχος μου ήταν να κερδίζει ο Παναθηναϊκός και να παίζει όσο το δυνατόν καλύτερο ποδόσφαιρο. Ποτέ δεν πήρα τον εύκολο δρόμο για να με αγαπήσουν οι φίλαθλοι. Θα μπορούσα να πάρω αποφάσεις για να γίνω περισσότερο δημοφιλής, αλλά δεν είναι του χαρακτήρα μου.
— Θα μπορούσε να είναι διαφορετικά τα πράγματα αν η ατμόσφαιρα ήταν καλύτερη;
— Ναι το πιστεύω. Σε καμιά περίπτωση δεν πασάρω τις ευθύνες αλλού. Όλοι κάνουμε λάθη και σίγουρα έκανα κι εγώ. Δεν έχω όμως καμιά αμφιβολία ότι αν ο κόσμος είχε τη συνοχή που είχαμε εμείς μέσα στην Παιανία, θα είχαμε πάρει το πρωτάθλημα και θα προχωρούσαμε στην Ευρώπη. Καταλαβαίνω ότι δεν είναι ευχαριστημένος ο κόσμος. Είναι πολλά τα χρόνια που ο Παναθηναϊκός έχει πάρει μόνο ένα πρωτάθλημα και ο Ολυμπιακός όλα τα άλλα. Καταλαβαίνω ότι υπάρχουν αρνητικές ιδέες για το πώς λειτουργεί ο σύλλογος, ότι ένας παίκτης θέλει να παίζει περισσότερο ή σε άλλη θέση, ότι ο οπαδός θέλει περισσότερες επενδύσεις. Ποτέ όμως δεν πρέπει να χάνουμε την αίσθηση της ομάδας. Το να έχουμε διαφορετικές γνώμες πάντα θα συμβαίνει και είναι αποδεκτό, γιατί δημοκρατία έχουμε. Πρέπει όμως να είμαστε ενωμένοι ενάντια στους αντιπάλους μας.
— Τα ονόματα Ανδρέας Βγενόπουλος και Παύλος Γιαννακόπουλος, σας λένε κάτι;
— Τα ξέρω (γέλια). Τα έχω ακουστά.
— Άρα θα ξέρετε τα περί πολυμετοχικότητας. Ποιά είναι η γνώμη σας;
— Αυτά είναι θέματα της διοίκησης. Αυτή αποφασίζει. Αυτό που ξέρω είναι ότι όσο μεγαλύτερη συνοχή έχει μια ομάδα, όσο λιγότερη εχθρική ατμόσφαιρα αντιμετωπίζει, όσο καλύτερη ατμόσφαιρα έχει στο γήπεδο, τόσο πιο εύκολος είναι ο δρόμος για την επιτυχία. Είναι σημαντικό να ξέρεις ότι οι αντίπαλοι είναι έξω από την ομάδα και όχι μέσα. Αντίπαλοί μας έπρεπε να είναι οι άλλες 15 ομάδες και μόνο.
— H εχθρική ατμόσφαιρα είναι ο λόγος που δηλώσατε ότι ήταν και δική σας επιθυμία να μην συνεχίσετε στον Παναθηναϊκό;
— Δεν θα ήταν καλό ούτε για το σύλλογο, ούτε για μένα να παραμείνω. Ο πρόεδρος κατάλαβε και εγώ το κατάλαβα ότι θα ήταν καλύτερα να μη συνεχίσει ένας προπονητής που πέρασε στο πετσί του αυτή η εχθρική ατμόσφαιρα. Έπρεπε να παρθεί αυτή η απόφαση για να μπορέσει ο πρόεδρος να επιλέξει απελευθερωμένος τον επόμενο προπονητή, που θα τον στηρίξουν όλοι. Όσο μεγαλύτερη σταθερότητα υπάρχει, τόσο το καλύτερο. Κάποιοι από τη διοίκηση θα διαφωνούσαν να μείνει ο Πεσέιρο και του χρόνου. Σαφώς ο νέος προπονητής θα βρει καλύτερες συνθήκες. Αν έμενα, τα χρήματα που θα επενδυθούν ίσως να μην έφερναν αποτέλεσμα εξαιτίας της αντίδρασης προς το πρόσωπό μου. Δεν έχω φόβο για μένα. Θεωρώ ότι θα πήγαινα καλύτερα του χρόνου, δεν έχω κανέναν ενδοιασμό γι’ αυτό. Ξέρω πολύ καλύτερα την ομάδα, το περιβάλλον, τι χρειαζόμαστε, όλα.
Κυριακή 11 Μαΐου 2008
Συνέντευξη Κ.Μητσοτάκη (ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 11/05/2008)
Προκαλεί εύλογες απορίες η συνέντευξη του κ. Μητσοτάκη στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ όπου διαπιστώνεται ότι γιά δύο πράγματα επαίρεται, ως μη ώφειλε.
Δηλ., γιά το γεγονός ότι ο ίδιος ήταν που έβαλε την ιδέα στο μυαλό του Γεωργίου Παπανδρέου γιά "ανένδοτο αγώνα", καθώς ότι και χάρις σ' εκείνον ήλθε στην Ελλάδα, ο γυιός του Γ.Παπανδρέου, Ανδρέας.
Λησμονεί ή θέλει να αγνοεί ότι ο Κων/νος Καραμανλής είχε προτείνει στον Γ.Παπανδρέου οι επόμενες εκλογές να είναι γιά Αναθεωρητική Βουλή, ώστε να περιορισθούν τα προκλητικά προνόμια του Θρόνου στην πολιτική ζωή της Χώρας.
Αν τότε ο Γεώργιος Παπανδρέου είχε αποδεχθεί την πρόταση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, δεν θα είχαν επισυμβεί τα Ιουλιανά του 1965 και η ωμή παρέμβαση ενός "άγουρου" βασιλίσκου και με κακούς συμβούλους στην πολιτική ζωή του τόπου.
Όσον αφορά ότι με δική του παραίνεση ο Γεώργιος Παπανδρέου προσκάλεσε τον γυιό του στην Ελλάδα, αν αληθεύει θα έπρεπε πραγματικά να ντρέπεται γι' αυτό. Διότι η Ένωσις Κέντρου είχε ήδη έναν δημαγωγό στις τάξεις της (τον ίδιο), ενώ από τούδε και στο εξής θα είχε και δεύτερο, τον γυιό του Προέδρου της, εξού και η "αδυσώπητη έλξη" που είχαν μεταξύ τους Κ.Μητσοτάκης και Αν.Παπανδρέου.
Ελληνισμός της Αλεξάνδρειας και του Σικάγου
Δυο ταινίες κινηματογραφικές με δυο αντιθετικά διαφορετικές εικόνες του Ελληνισμού από την πρόσφατη ιστορία του: Τις πρόσφερε η μικρή οθόνη στις μέρες των διακοπών του Πάσχα και της Πρωτομαγιάς.
Η πρώτη, γνωστή εμπορική επιτυχία του Τζόελ Ζούικ, με θαυμάσιο στήσιμο χαρακτήρων, ο «Γάμος αλά ελληνικά». Η δεύτερη της Μαρίας Ηλιού, μια εξαιρετικής ευαισθησίας και άψογης κινηματογραφικής γλώσσας ταινία η «Αλεξάνδρεια».
Δύο συμπεριληπτικές εικόνες δύο τελείως διαφορετικών κόσμων: Ο κόσμος του απόδημου στην Αμερική Ελληνισμού και ο κάποτε κόσμος του Αιγυπτιώτη Ελληνισμού. Ο πρώτος, τυπικό έκγονο του σύγχρονου ελλαδικού έθνους - κράτους, ο δεύτερος ένα από τα τελευταία δείγματα της εκτός κρατικών ορίων κοσμοπολίτικης ελληνικότητας. Οι διαφορές αντιθετικές, τα ερωτήματα που γεννάνε, καίρια. Ισως θα μπορούσαν να συνοψιστούν οι διαφορές σαν αποκλίνουσες απαντήσεις σε ένα ερώτημα: Πώς καταλάβαινε και πώς βίωνε ο κοσμοπολίτης αιγυπτιώτης και πώς ο ξενιτεμένος στην Αμερική ελλαδίτης τον εκσυγχρονισμό του Ελληνα, την αναπόφευκτη πρόσληψη του κυρίαρχου δυτικού «παραδείγματος».
Ασφαλώς και υπάρχουν στοιχεία κοινά και στις δύο περιπτώσεις – αναδείχνονται έμμεσα αλλά εμφατικά στις ταινίες: Είναι κυρίως η οικονομική επιτυχία του Έλληνα στις νεωτερικές (δυτικών προδιαγραφών) συνθήκες σκληρού ανταγωνισμού, η ακαταγώνιστη δημιουργικότητά του. Μαζί και η ζωτική ανάγκη του να παρακολουθεί την εποχή του, να προσαρμόζεται στις απαιτήσεις του κοινωνικού περιβάλλοντος, να οικειοποιείται τις συντελούμενες γύρω του αλλαγές, την πρόοδο.
Οι διαφορές εντοπίζονται στους όρους και στο τίμημα της προσαρμογής: Με ποιά σερμαγιά προσέρχεται στην προσαρμογή ο αιγυπτιώτης Έλληνας και με ποιά ο ελληνοαμερικανός απόδημος – με ποιά κριτήρια διάκρισης ποιοτήτων. Τι δικό του κρατάει καθένας ως πολύτιμο, τι πετάει σαν υποδεέστερο ή άχρηστο, τι καινούργιο ξένο αφομοιώνει στις δικές του ανάγκες, τι απορρίπτει ως ασύμβατο με τη δική του γεύση ευτυχίας.
Ο αιγυπτιώτης Έλληνας ήταν άφοβος στον εκσυγχρονισμό του, απόλυτα άνετος – αυτή είναι και η αθέλητη μαρτυρία της ταινίας της Μαρίας Ηλιού. Μπήκε στον στίβο του δυτικού «παραδείγματος» από θέσεως ισχύος, δίχως ίχνος μειονεξίας, με την άνεση του ανθρώπου που επιλέγει, δεν σύρεται, δεν μιμείται. Ακόμα και ο μετριότερος οικονομικά είχε επίγνωση πολιτιστικής υπεροχής, αρχοντικής (λόγω πολιτισμού) καταγωγής. Μιλούσε, μαζί με τη μητρική του ελληνική (ανόθευτη από φενακισμένες, κοραϊκές ή ψυχαρικές «καθαρεύουσες»), δύο ή και τρεις ευρωπαϊκές γλώσσες. Αλλά δίχως τον κομπασμό ή την επιτήδευση του τάχα σπουδαίου φραγκολεβαντίνου επαρχιώτη.
Το σπιτικό περιβάλλον του αιγυπτιώτη Έλληνα, το ντύσιμό του, ο κώδικας συμπεριφοράς του, οι συναναστροφές του και τα «στέκια» του, οι μουσικές του προτιμήσεις, οι τρόποι ψυχαγωγίας του, απηχούσαν με συνέπεια τον χαρακτήρα της ζωής των ευρωπαϊκών συνοικιών της Αλεξάνδρειας και του Καΐρου. Χωρίς να μειώνεται ή να αλλοιώνεται στο παραμικρό η συνειδητή και έκδηλη, θαρρετά προβαλλόμενη, ελληνικότητά του, η οργανικά αφομοιωμένη, σαν πατίνα αρχοντιάς, ελληνική του ιδιαιτερότητα. Η γλώσσα του κινηματογράφου έχει το πλεονέκτημα να ζωντανεύει ρεαλιστικά ό,τι είναι σχεδόν αδύνατο να καταλάβουμε με νοηματικές αναλύσεις οι γηγενείς Ελλαδίτες σήμερα: Μιαν ελληνικότητα που δεν ήταν ιδεολογική, δεν ξεκινούσε από ιδεοληψίες προγονολαγνείας, εθνικιστικό επαρχιωτισμό. Γι’ αυτό και καθρεφτιζόταν κυρίως στην αισθητική του αιγυπτιώτη Έλληνα.
Να συγκρίνει κανείς στις δύο ταινίες: Με πόση αυτονόητη άνεση και φυσικότητα φοράει το ευρωπαϊκό κοστούμι ο αιγυπτιώτης Έλληνας. Και πόσο αμήχανος, αβόλευτος και τελικά κωμικός είναι ο απόδημος στην Αμερική Ελλαδίτης μέσα στο φράκο που φόρεσε για να πάει στον γάμο. Με πόση χαρά και φινέτσα αναδείχνει το ευρωπαϊκό της ντύσιμο η αιγυπτιώτισσα Ελληνίδα. Και πόσο κιτς είναι το θέαμα της σφιγμένης μέσα στη μοδέρνα τουαλέτα της απόδημης στην Αμερική Ελλαδίτισσας με τον πελώριο φιόγκο στα ευτραφή της οπίσθια. Η αιτία της διαφοράς, σαφέστατη: Για τους μεν το ευρωπαϊκό ένδυμα είναι επιλογή, θελημένος εκσυγχρονισμός. Για τους δε είναι μίμηση, αναγκαία υπεραναπλήρωση μειονεξίας.
Ο ξενιτεμένος στην Αμερική Ελλαδίτης είναι τυπικό έκγονο της μειονεξίας που θεμελίωσε, ως κυρίαρχη ιδεολογία, το ελλαδικό (μετά την Τουρκοκρατία) κρατίδιο. Σε κάθε πτυχή οργάνωσης και λειτουργίας του κράτους και της κοινωνίας κυριάρχησε απολυταρχικά η θεωρία της «μετακένωσης» του Κοραή: Η θεωρία έλεγε ότι ο Ελληνισμός τέλειωσε ιστορικά όταν ο Ιουστινιανός έκλεισε και την τελευταία φιλοσοφική σχολή της Αθήνας, το 527 μ.Χ.
Την ελληνική παράδοση προσέλαβε αργότερα και τη συνέχισε η καινούργια (μετα-ρωμαϊκή, βαρβαρική) ευρωπαϊκή Δύση με τον Σχολαστικισμό, τον Ουμανισμό, τον Νεοκλασικισμό, τον Διαφωτισμό. Επομένως, οι αφελληνισμένοι πια Γραικοί που απόμειναν στον νότο των Βαλκανίων, αν θέλουν να ξαναγίνουν Έλληνες, πρέπει πρώτα να εκδυτικισθούν, να εξευρωπαϊσθούν, για να «μετακενωθεί» σε αυτούς η ελληνικότητα που διαφυλάχθηκε στη λελαμπρυσμένη Εσπερία.
Ο Ελλαδίτης γεννιέται και μεγαλώνει σε ένα κράτος και σε μια κοινωνία που του επιβάλλουν να ζητάει την ίδια του την ταυτότητα στον μιμητισμό, στον μεταπρατισμό. Δεν επιλέγει το δυτικό μοντέλο, δεν το προσλαμβάνει ενεργητικά, το πιθηκίζει. Ξεκινάει με δεδομένη τη μειονεξία του, ξέρει πως ό,τι και αν κάνει, θα είναι πάντα δεύτερος, καθυστερημένος. Η ελληνικότητα είναι για τον Ελλαδίτη κουσούρι, «δυστυχία» το να είσαι Έλληνας.
Και δικαιολογημένα: Γιατί όταν ο Έλληνας χάσει τη βιωμένη, οργανικά αφομοιωμένη πολιτισμική του αυτεπίγνωση, την αρχοντιά που μεταγγίζεται με το γάλα της μάνας, την «ευγενική» συνέχεια της γλώσσας, το κοινωνικό ήθος συμπεριφοράς, τότε εκβαρβαρώνεται ραγδαία, γίνεται τεταρτοκοσμικός υπανάπτυκτος, αποκρουστικός. Στην ταινία του Τζόελ Ζούικ αυτός ο εκβαρβαρισμός ζωγραφίζεται με χιούμορ, περίπου εξωραΐζεται σαν αξιοπερίεργο φολκλόρ. Οταν, όμως, τον εισπράττει κανείς σαν καθημερινή χυδαιότητα υπανάπτυξης του κράτους και της κοινωνίας, κραυγαλέα ανικανότητα των διαχειριστών της εξουσίας, αγλωσσία, αγραμματοσύνη, τραμπουκισμό, όταν ακόμα και οι αμφιέσεις της υπουργού Εξωτερικών παραπέμπουν στην ταινία του Ζούικ, τότε η άλλη ταινία, η «Αλεξάνδρεια», λειτουργεί σαν δικλίδα διαφυγής στο νοσταλγικό «κάποτε» και «αλλού»: Στον κοσμοπολίτη Ελληνισμό που είχε το προνόμιο να μείνει έξω από τα σύνορα του κρατικού εθνικισμού, της κοραϊκής μειονεξίας, της κακομοιριάς.
Πέμπτη 8 Μαΐου 2008
Οι 5 σημαντικότεροι Έλληνες
ο Αριστοτέλης ο από τα Στάγειρα: διότι είναι ο αρχαίος φιλόσοφος που συνόψισε στα έργα του όλη την φιλοσοφία του Ελληνισμού, και την προχώρησε παραπέρα.
ο Μ. Αλέξανδρος του Φιλίππου: διότι ήταν εκείνος που έφθασε τον ελληνικό πολιτισμό (δηλ. τον ελληνικό τρόπο του βίου) μέχρι τα έσχατα της οικουμένης.
ο Μ. Κωνσταντίνος: διότι μεταφέροντας την έδρα της Αυτοκρατορίας από την Ρώμη στην Νέα Ρώμη, έγινε ο γενάρχης του νεου γένους, του Νέου Ελληνισμού.
ο Ιωάννης Καποδίστριας: διότι, με τα πρώτα μέτρα που έλαβε ως πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδος, έδειξε ότι το μέλλον αυτής της χώρας θα ήταν εντελώς διαφορετικό, από αυτό που άπαντες βιώνουμε σήμερα, σ' αυτήν την άθλια Χωματερή-προτεκτοράτο (κατά Ζουράρη).
ο Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής: διότι χωρίς λαϊκισμούς και παλινωδίες, είχε θέσει έναν στόχο. Να καθιερώσει αυτό το κράτος, στις εσχατιές της Βαλκανικής, ισότιμο εταίρο σε μιά ενωμένη και ισχυρή Ευρώπη.
Οι 100 σημαντικότεροι Έλληνες, όπως προτάθηκαν από 38472 άτομα σε όλη την οικουμένη είναι, αλφαβητικά οι εξής:
www.skai.gr/greatgreeks
Αγγελόπουλος Θεόδωρος
Άγνωστος Στρατιώτης
Αισχύλος
Ανδρόνικος Μανόλης
Αριστοτέλης
Αριστοφάνης
Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος
Αρχιμήδης
Βαμβακάρης Μάρκος
Βασίλειος Β' Βουλγαροκτόνος
Βέγγος Θανάσης
Βελουχιώτης Άρης
Βενιζέλος Ελευθέριος
Βουγιουκλάκη Αλίκη
Γκάλης Νίκος
Γλέζος Μανόλης
Γλύκατζη Αρβελέρ Ελένη
Δήμας Πύρρος
Δημόκριτος
Διάκος Αθανάσιος
Δραγούμης Ίων
Ελύτης Οδυσσέας
Επίκουρος
Ευκλείδης
Ευρυπίδης
Ζαγοράκης Θοδωρής
Ηράκλειτος
Ηρόδοτος
Θαλής ο Μιλήσιος
Θεμιστοκλής
Θεοδωράκης Μίκης
Θεοτοκόπουλος Δομίνικος
Θουκυδίδης
Ιουστινιανός
Ιπποκράτης
Καβάφης Κωνσταντίνος
Καζαντζάκης Νικόλαος
Καζαντζίδης Στέλιος
Κάλλας Μαρία
Καποδίστριας Ιωάννης
Καραθεοδωρή Κωνσταντίνος
Καραϊσκάκης Γεώργιος
Καραμανλής Κωνσταντίνος
Καστοριάδης Κορνήλιος
Κλεισθένης
Κολοκοτρώνης Θεόδωρος
Κοραής Αδαμάντιος
Κοσμάς ο Αιτωλός
Κουν Κάρολος
Λαζόπουλος Λάκης
Λαμπράκης Γρηγόρης
Λεωνίδας
Λοϊζος Μάνος
Μακρυγιάννης Ιωάννης
Μαργιωρής Νικόλαος
Μέγας Αλέξανδρος
Μέγας Κωνσταντίνος
Μελάς Παύλος
Μερκούρη Μελίνα
Μεταξάς Ιωάννης
Μητρόπουλος Δημήτριος
Μουζάλα Έλενα
Μπελογιάννης Νικόλαος
Μπουμπουλίνα Λασκαρίνα
Νανόπουλος Δημήτριος
Ξυλούρης Νίκος
Όθων
Όμηρος
Παλαιολόγος Κωνσταντίνος
Παλαμάς Κωστής
Παναγούλης Αλέξανδρος
Παξινού Κατίνα
Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος
Παπαδόπουλος Γεώργιος
Παπαθανασίου Βαγγέλης
Παπανδρέου Ανδρέας
Παπανδρέου Γεώργιος
Παπανικολάου Γεώργιος
Περικλής
Πλαστήρας Νικόλαος
Πλάτωνας
Πλήθων Γεμιστός Γεώργιος
Πραξιτέλης
Πυθαγόρας
Ρίτσος Γιάννης
Σεφέρης Γεώργιος
Σημίτης Κώστας
Σολωμός Διονύσιος
Σόλωνας
Σοφοκλής
Σωκράτης
Τρικούπης Χαρίλαος
Τσιτσάνης Βασίλης
Φειδίας
Φεραίος Ρήγας
Φίλιππος της Μακεδονίας
Φλωράκης Χαρίλαος
Χατζιδάκις Μάνος
Χορν Δημήτριος
Ωνάσης Αριστοτέλης
Κυριακή 4 Μαΐου 2008
«Τι Άνω, τι Νέα Μακεδονία, το ίδιο είναι»
Αν αντέχουμε να δούμε την πραγματικότητα κατά πρόσωπο –να μη χρυσώνουμε για μας τους ίδιους το χάπι– θα παραδεχθούμε ότι το σκοπιανό «πρόβλημα» τέλειωσε με κατά κράτος ήττα του ελλαδικού μας κουκλοθέατρου: Τα Σκόπια «κλείδωσαν» το όνομα «Μακεδονία» (πέτυχαν να το εξασφαλίσουν οριστικά) με τη σύμφωνη γνώμη των «κομμάτων εξουσίας» στην Ελλάδα. Παζαρεύουν τώρα, τάχα με περισσή δυσαρέσκεια, έναν διακοσμητικό της ελληνικής πανωλεθρίας επιθετικό προσδιορισμό.
Οι ελλαδικές συντεχνίες εξουσίας επιδιώκουν, υποτίθεται, να είναι γεωγραφικός αυτός ο επιθετικός προσδιορισμός. Μοιάζει να μας λογαριάζουν τους πολίτες διανοητικά καθυστερημένους, ανίκανους να αντιληφθούμε ότι η προσθήκη γεωγραφικού προσδιορισμού, όταν παραμένει άθικτη στο Σύνταγμα των γειτόνων η εθνοφυλετική μονοπώληση της ονομασίας «Μακεδονία» (και ο συνακόλουθος αλυτρωτισμός), δεν μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από στάχτη στα μάτια.
Αλλά οι υψαύχενες Σλάβοι των Σκοπίων αρνούνται και τον γεωγραφικό προσδιορισμό. Διαπραγματεύονται από θέσεως ισχύος: Έχουν οριστικά κατακτήσει το μείζον, το όνομα «Μακεδονία» και η διπλωματική τους περηφάνια, απόλυτα δικαιολογημένη, ενοχλείται να παραχωρήσει παρηγορητικό κουτόχορτο στους ψηφοφόρους της ελλαδικής κυρίας της υπουργούσης («κρίμασιν οις πάντες οίδασι») τα διεθνή. Έσπευσε να βεβαιώσει τους ψηφοφόρους της η κυρία υπουργός ότι και ο προσδιορισμός «Νέα» Μακεδονία γεωγραφικός είναι, ας μοιάζει χρονικός - ιστορικός. Οι δε προσωπικοί της εγκάθετοι στα κρατικά τηλεοπτικά κανάλια αναμηρυκάζουν τη διαβεβαίωση σαν σταθερή επωδό: «Τι Ανω, τι Νέα Μακεδονία, το ίδιο είναι»!
Το δημοψήφισμα αποκλείστηκε εγκαίρως, οι συντεχνίες εξουσίας (και η Νέα Τάξη πραγμάτων) θέλουν τον λαό φιμωμένο για όλα τα καίρια προβλήματα του βίου του και του ιστορικού του μέλλοντος. Αποφασίζουν και διατάσσουν οι αποδεδειγμένα ανίκανοι να διαχειριστούν έστω και την αποκομιδή των σκουπιδιών στις πόλεις, η πιο ανυπόληπτη επαγγελματική κάστα της ελλαδικής κοινωνίας. Αυτοί διαπραγματεύονται αν θα επιβιώσει ιστορικά ο Ελληνισμός στη Μακεδονία, στην Κύπρο, στη Βόρεια Ηπειρο, στη Θράκη, στο Αιγαιακό Αρχιπέλαγος. Και η τρομακτική αυτή ιστορική ευθύνη δεν τους απασχολεί, το μόνο που τους κόφτει, φανερά και αδιάντροπα, είναι η επανεκλογή τους, το μεθοδικό μαγείρεμα της εκλογικής τους επιτυχίας.
Δεν ενδιαφέρει τους επαγγελματίες της εξουσίας αν η Θεσσαλονίκη αναδειχθεί από το ΝΑΤΟ σε Πρίστινα ενός «μακεδονικού» Κοσόβου. Δεν τους ενδιαφέρει αν το ελλαδικό κρατίδιο που εξουσιάζουν διαχειρίζεται, πριν από όλα, μια πανανθρώπινης σημασίας παρακαταθήκη πολιτισμού και τριτευόντως ή καθόλου μιαν εθνοφυλετική οντότητα. Έχουν προγραμματικά εξαρθρώσει κάθε δυνατότητα αποτελεσματικού κοινωνικού ελέγχου της εξουσίας. Επιτρέπουν και ενθαρρύνουν ακίνδυνες για την εξουσία εκτονώσεις αφελών, π.χ. διαδηλώσεις, πορείες, συλλαλητήρια. Τέτοιες εκτονώσεις είναι κομματικά οργανωμένες, επομένως ελεγχόμενες ασφυκτικά από την εξουσία: Πηγαίνει μπροστά η ντουντούκα, διαλαλεί τα προκάτ συνθήματα, και η αγέλη που ακολουθεί απλώς αναμηρυκάζει. Όλα αρχίζουν και τελειώνουν σε οικονομικές διεκδικήσεις. Εγγυημένο τέλμα.
Έχουν εξαρθρωθεί, με εκπλήσσουσα μεθοδικότητα και κοινή συναίνεση όλων των συντεχνιών εξουσίας, οι κυρίως δυνατότητες κοινωνικού ελέγχου της επαγγελματικής πολιτικής, δυνατότητες αποτελεσματικών αντιρρήσεων, καταγγελιών, διαμαρτυρίας. Ελάχιστο παράδειγμα: Αν κριτικές θέσεις, δημοσιεύονταν στη δεκαετία του 1960 με την υπογραφή ενός από τους γνωστούς τότε λόγιους επιφυλλιδογράφους, Θεοτοκά, Παπανούτσου, Τερζάκη, Χουρμούζιου, θα ήταν μάλλον το κυρίαρχο γεγονός της επικαιρότητας, όχι χωρίς καίριες πολιτικές επιπτώσεις. Σήμερα δεν υπάρχουν ονόματα λογίων («διανοουμένων» λέμε πια ανελληνίστως) που να μην έχουν μεθοδικά γυμνωθεί από κάθε κύρος ικανό να επηρεάσει την ελλαδική κοινωνία. Δεν υπάρχουν ακομμάτιστα πρόσωπα, με καθολική καταξίωση της ανιδιοτέλειας και ευθυκρισίας τους, για να καταγγείλουν αποτελεσματικά την ανεπάρκεια, την ιδιοτέλεια, την εγκληματική υπονόμευση της ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού από σπιθαμιαίους, τάχα και πολιτικούς.
Η απαξίωση και εξουδετέρωση των αδέσμευτων στην κρίση τους, οξυδερκών, εύτολμων στοχαστών μοιάζει να κατορθώθηκε με δύο τρόπους: Με την πολύ ευρύτερη καίρια λοβοτομή που επιχειρήθηκε στην ελλαδική κοινωνία, όταν καταργήθηκε θεσμικά κάθε αξιοκρατία, κάθε αξιολογική αποτίμηση, κάθε έλεγχος πειθαρχικός και ποιοτικός σε όλες τις πτυχές της κρατικής λειτουργίας και του κοινωνικού βίου. Με πολιτική πρωτοβουλία τού «Πασόκ», εκτελεστική εφαρμογή από τον «Συνασπισμό» και σιωπηρή συναίνεση της «Νέας Δημοκρατίας». Επιβλήθηκε σαν «δημοκρατία» η ισοπεδωτική εξομοίωση της γνώμης όλων. Έπαψαν να υπάρχουν αριστείς, ειδήμονες, δοκιμασμένοι νόες. Κανένας πια Θεοτοκάς ή Παπανούτσος δεν μπορεί να είναι ανεκτός για να ασκήσει επιρροή στην ελλαδική κοινωνία, να καταγγείλει αυθαιρεσίες της εξουσίας. Μοναδική αυθεντία ο κομματικός λόγος και κυρίως η τηλεοπτική εκφορά του.
Δεύτερος τρόπος απαξίωσης των φυσικών εκφραστών κριτικής (κοινωνικής) της εξουσίας φαίνεται να είναι το αντάλλαγμα που εισέπραξε η φερόμενη ως Αριστερά για τη λεηλασία των συνθημάτων και των ψηφοφόρων της από το Πασόκ. Της παραδόθηκε, αντιστάσεως μη ούσης, η κυρίως εξουσία, η απόλυτη ιδεολογική κυριαρχία στην ελλαδική κοινωνία. Οι κυβερνήσεις έρχονται και παρέρχονται, παπανδρεϊκές, μητσοτακικές, σημιτικές, μικροκαραμανλικές, ο ιδεολογικός εξουσιασμός της κοινωνίας από την καριερίστικη «Αριστερά» παραμένει ολοκληρωτικός και αυτονόητος. Δεν υπάρχει λόγιος, καλλιτέχνης, προσωπικότητα έκτακτης προσφοράς, που θα αναγνωρισθεί δημόσια και θα προβληθεί, αν δεν έχει θητεύσει σε «αριστερό» κομματικό στρατωνισμό. Οι αναφορές του Τύπου, η τηλεοπτική προβολή, οι θεσμικές διακρίσεις, τα βραβεία, οι τιμητικές ευθύνες, ο λιβανωτός των εξυμνήσεων προσφέρονται αποκλειστικά και μόνο σε πατενταρισμένους «αριστερούς».
Και οι «διακεκριμένοι» πολυδιαφημιζόμενοι εκλεκτοί της καριερίστικης «Αριστεράς» δεν θα αντιταχθούν ποτέ στην αποδόμηση του πατριωτισμού των Ελλήνων, αντίθετα: πάντοτε πλειοδοτούν. Γλώσσα, εδαφική ακεραιότητα, ιστορική συνείδηση, πολιτιστική ετερότητα, τα λογαριάζει η καριερίστικη «Αριστερά» (το αποδείχνει με κάθε ευκαιρία) αντιδραστικές προκαταλήψεις, που εμποδίζουν τον θρίαμβο του Ιστορικού Υλισμού.
Έτσι, οι σπιθαμιαίοι τυχάρπαστοι, υπουργούντες εναλλακτικά τα διεθνή και διαχειριζόμενοι την ιστορική επιβίωση του Ελληνισμού στη Μακεδονία, στην Κύπρο, στη Βόρεια Ηπειρο, στη Θράκη, στο Αιγαιακό Αρχιπέλαγος, μπορούν να είναι ήσυχοι. Κανένας λόγιος με λόγο κοινωνικά αποτελεσματικό δεν θα ενοχλήσει τον ιδιοτελή ενδοτισμό τους. Πειθαρχώντας στην ιδεολογική κυριαρχία της «Αριστεράς» και εξασφαλίζοντας εγκαθέτους στην τηλεόραση, μπορούν άνετα να γράψουν Ιστορία.
Ιστορία έγραψε και ο Ηρόστρατος. Γιατί όχι;
Πέμπτη 1 Μαΐου 2008
Νότιο Ρεύμα (South Stream...!)
Η υπογραφή του ελληνορωσικού μνημονίου για τον περίφημο αγωγό «South Stream» χαιρετίστηκε με εμφανή ή συγκρατημένο ενθουσιασμό από το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού Τύπου. Ο αγωγός με το αγγλοπρεπέστατο όνομα μπήκε στο καθημερινό μας λεξιλόγιο, χωρίς, όπως φαίνεται, κανείς μας να απορήσει: Αφού καμμία από τις χώρες που εμπλέκονται δεν είναι αγγλόφωνη, αφού οι Ρώσοι μια άλφα –ή και ωμέγα- περηφάνεια την κουβαλάνε, πως άξαφνα αυτός ο αγωγός βρήκε νονό να τον βαφτίσει στα αγγλικά; Από που και ως που South Stream; Είναι πια η lingua franca σε τέτοιο βαθμό αποδεκτή;
Ένα μικρό, σύντομο ρεπορτάζ, απέδειξε ότι, όχι, οι Ρώσοι δεν παρέδωσαν γην και ύδωρ, παρά το διεθνή χαρακτήρα της συμφωνίας. Η Αναστασία Ιβάνοβα, από το γραφείο τύπου της Γκαζπρομ, είχε την ευγένεια να μας ενημερώσει πως, το όνομα του αγωγού είναι ρώσικο εις την Ρωσία. Ο αγωγός επισήμως και με τη βούλα ονομάζεται Νότιο Ρεύμα -- για τους ρωσσομαθείς Южный поток, Γιούζνι Ποτόκ. Όμως, μιας και ένα μεγάλο μέρος της αλληλογραφίας και του ενημερωτικού υλικού μεταφράζεται ή συντάσσεται και στην αγγλική, σε αυτό το απευθυνόμενο σε ξένους υλικό, οι Ρώσοι της Γκαζπρομ μεταφράζουν το όνομα του αγωγού.
Κοινώς, South Stream είναι η αγγλική μετάφραση του Γιούζνι Ποτόκ, του Νοτίου Ρεύματος και ως μετάφραση εκπονείται για να βοηθήσει τους αγγλόφωνους στην κατανόηση. Αν είσαι Έλλην απόφοιτος των κώλλετζες (colleges) που προσποιείται το στέλεχος υπουργείου, όμως, όλα αυτά δε σε αφορούν. Μένεις στην αγγλική μετάφραση διότι σε αυτήν βρίσκεις την γλώσσα που αγαπάς και προτιμάς. Τη γλώσσα που δεν αλλάζεις με τίποτε και σε κάνει να νοιώθεις κάποιος... Κατόπιν, τη φοράς καπέλο σε Τύπο και κοινό, νομίζοντας ότι πράττεις το σωστό, γιατί δε σου πέρασε καν από το νου ότι κάποιος άλλος λαός μπορεί να έχει την αξιοπρέπεια ή την υπερηφάνεια που προφυλάσσουν από επαρχιωτισμούς και αρχοντοχωριατιές.
Αν μετά τα κώλλετζες έχεις βρεθεί σε κανένα γραφείο Τύπου υπουργείου, τιμάς και εκεί, με την ίδια επίμονη ανοησία, την μόνη γλώσσα που κατέχεις σε σχετικά ανεκτό βαθμό. Έτσι, ας πούμε, στις 23 Απριλίου 2008, ως υπουργείο Υγείας αποστέλλεις δελτίο Τύπου, με το οποίο ενημερώνεις άπαντα ενδιαφερόμενο ότι «ο Υπουργός Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης κ. Δημήτρης Αβραμόπουλος, θα συναντηθεί αύριο Μεγάλη Πέμπτη και ώρα 11:00 στο Υπουργείο με τον Υφυπουργό Υγείας της Κίνας κ. Ma Xiaowei, ο οποίος επισκέπτεται επίσημα τη χώρα μας».
Αυτός ο Κινέζος θα το απαίτησε να τον γράφουν Αγγλικά στα Ελληνικά Δελτία Τύπου, προφανώς. Πως αλλοιώς να εξηγήσει κανείς το γεγονός ότι το ελληνικό (;) γραφείο Τύπου του ελληνικού (;) υπουργείου Υγείας γράφει τα κινέζικα ονόματα με λατινικούς χαρακτήρες, απευθυνόμενο στο ελληνικό κοινό; Πως το ελληνικό γραφείο Τύπου δεν μπαίνει στον κόπο να αποδώσει φωνητικά το κινεζικό όνομα στην ελληνική και όχι στην αγγλική;
Δύο τρανταχτά παραδείγματα της τελευταίας εβδομάδας, αυτά που προαναφέρονται. Είναι πολύ εύκολο να προστεθούν και άλλα. Η γράφουσα πρόσεξε για πρώτη φορά το φαινόμενο, στην απίστευτη αρχοντοχωριατιά του διασήμου φεστιβάλ κινηματογράφου της χώρας, που, σε αναμνηστικό τόμο για τον Κουροσάβα, προτίμησε να αναγράψει το όνομα του μεγάλου σκηνοθέτη στην αγγλική στο εξώφυλλο – κι ας ήταν το περιεχόμενο στα ελληνικά και ο δημιουργός Ιάπωνας. Ακολούθησε μια συλλογή από τηλεγραφήματα του ΑΠΕ αντίστοίχου κάλλους. Εμ τι; Για πλάκα πλήρωνε η μαμά το Στρατηγάκη;
Μα τα ίδια δεν κάνουν και στην "πολιτισμένη Δύση"; μπορεί να ρωτήσει κάποιος. Δεν μεταγράφουν τον Κουροσάβα και ό,τι ξένο στα αγγλικά; Βεβαίως, αν μιλάμε για τις ΗΠΑ, άντε και η Βρετανία. Και πάλι, εκεί τα αγγλικά είναι η γλώσσα τους, επομένως άριστα πράττουν. Στην Γαλλία, την Γερμανία, την Ιταλία, τις Σκανδιναβικές χώρες (αλλά και γιατί όχι, στην Κορέα ή την Ιαπωνία) πάλι στα αγγλικά μεταφράζουν; Ή μήπως εκεί, χωρίς αρχοντοχωριατισμούς, σέβονται τη φωνητική, το μέτρο και το ρυθμό της γλώσσας τους -και βέβαια το αναγνωστικό τους κοινό;
Ψιλά γράμματα θα πει κανείς. Όχι τόσο, αν και "ψηλά", καθώς αποτελούν ενδείξεις όχι μόνον ημιμάθειας και υστέρησης, αλλά και μειονεξίας (κόμπλεξ, ελληνιστί) η οποία εκδηλώνεται με χίλιους δυο τρόπους. Σε αντίθεση με την τάχαμου "πολυπολιτισμικότητα", που εκδηλώνεται με έναν και μόνο τρόπο: τον αγγλοσαξωνικό. Η κατάσταση, υποχρεωτικώς περικόπτει τον ποιητή. "Francis Ford Coppola και ξερό ψωμί". Ο Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ αγνοείται.
Δευτέρα 21 Απριλίου 2008
Ο ενδοτισμός είναι πάντοτε ανιστόρητος
Ποιός να υπηρετήσει τις διεθνείς σχέσεις ενός ιστορικού λαού σήμερα. Με ποιές προϋποθέσεις. Ποιά προσόντα. Ποιά κριτήρια.
Και μόνο για την έκφραση «ιστορικός λαός» εκρήξεις αποτροπιασμού καμουφλάρουν τη μετριότητα (και αγραμματοσύνη) ανεπιτήδειων πολιτικών ή αυλοδίαιτων «διανοουμένων». Εντοπίζουν «εθνικισμό» στην έκφραση, δηλαδή ιδεοληπτικές προκαταλήψεις. Καμώνονται οι ενιστάμενοι τον τάχα και απροκατάληπτο τεχνοκράτη της διπλωματίας, τον διεθνιστή που λογαριάζει όλες τις κοινωνίες ίδιες, καθορισμένες από την ομοτροπία του οικονομικού παράγοντα, της «πάλης των τάξεων», του ανταγωνισμού.
(Πού καταντήσαν αλήθεια τον Μαρξισμό, έστω και ιστορικά χρεωκοπημένον: Μπαϊράκι που συστρατεύει ασημαντότητες για να τους εξασφαλίσει καριέρα, φερετζέ της μετριότητας, σούργελο των τριόδων. Συνάζονται, ας πούμε, ετικετοφόροι «κριτικοί της λογοτεχνίας» για τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του Καραγάτση, να αποτιμήσουν τη συμβολή του στη νεοελληνική μυθιστοριογραφία, το τι «εκόμισε εις την τέχνην». Και δεν ξέρουν να ασχοληθούν με τίποτε άλλο, παρά μόνο με το πόσο «δεξιός» στα πολιτικά του φρονήματα ήταν ο μάστορας αυτός της αφήγησης, πόσο «δέσμιος στους ιδεολογικούς κώδικες του οικονομικού φιλελευθερισμού». Διέβλεψαν κιόλας ότι, επειδή αποπειράθηκε να πολιτευτεί με τον Μαρκεζίνη το 1956, σίγουρα θα είχε γίνει και υπουργός του επί χούντας αν δεν είχε στο μεταξύ πεθάνει!)
Η διαχείριση των διεθνών σχέσεων οποιουδήποτε λαού, ιστορικού ή όχι (ακόμα και συμβατικών κρατικών μορφωμάτων με μηδενική συμβολή στην Ιστορία) απαιτεί, ναι, εξειδικευμένη κατάρτιση και ιδιάζουσα ευφυΐα – κανείς δεν το αρνείται. Ιδεοληψίες και υποκειμενισμοί, συναισθηματικά «επιχειρήματα» και πατρογονικές καυχήσεις, είναι σαφώς αρνητικοί παράγοντες στην άσκηση διπλωματίας. Αλλά η ικανότητα ακριβώς του διπλωμάτη να ενεργεί με πειστική αντικειμενικότητα και ακαταμάχητη λογική, προϋποθέτει και διαφοροποίηση στρατηγικής ή τακτικής όταν πρόκειται για διαχείριση διεθνών σχέσεων λαού με καίρια συμβολή στην ανθρώπινη Ιστορία και στον πολιτισμό.
Μπορεί να απαρέσκει στους εραστές της διεθνιστικής αρνησιπατρίας, αλλά το κύρος που προσδίδει στις διεθνείς σχέσεις ενός λαού η πανανθρώπινη εμβέλεια της συμβολής του στον πολιτισμό, είναι όπλο ισχυρό, αυτονόητο. Φυσικά, η αποτελεσματικότητα του όπλου εξαρτάται από την ευφυΐα και την κατάρτιση του χειριστή του. Είναι αδιανόητο (με τη λογική της αποτελεσματικότητας) να παραδίνεται η διαχείριση των διεθνών σχέσεων ενός ιστορικού λαού σε υπουργούς και υφυπουργούς, με ψηφοσυλλεκτική, απλώς, «επικοινωνιακή» επιδεξιότητα ή με στόχο να κολακευτεί η εκλογική τους περιφέρεια. Ακόμα και περγαμηνές πανεπιστημιακού διεθνολόγου έχουν αποδειχθεί ανεπαρκέστατο εφόδιο για μια τέτοια διαχείριση.
Το ζητούμενο, πέρα από τη στρατηγική ευφυΐα και την άρτια διπλωματική κατάρτιση, δεν είναι η ευρύτητα των ιστορικών γνώσεων, αλλά η καλλιεργημένη κριτική ικανότητα αξιολογικής αποτίμησης των επιτευγμάτων πολιτισμού. Πώς να αξιοποιήσει διπλωματικά την πανανθρώπινη δυναμική του πολιτισμού που κομίζει το ελληνικό όνομα σημερινός Ελλαδίτης υπουργός, υφυπουργός ή διπλωμάτης, που δεν ξέρει να απαντήσει στο ερώτημα: Γιατί ο Παρθενώνας είναι έργο τέχνης σημαντικότερο από τον Πύργο του Αϊφελ; ΄Η: ποιά σχέση συνδέει τη δημοκρατία ως «κοινόν άθλημα» μίμησης του όντως υπαρκτού, με τον Παρθενώνα, την τραγωδία, το άγαλμα; ΄Η: τι κοινό έχει στη ζωγραφική του ο Μανουήλ Πανσέληνος ή ο Θεοφάνης ο Κρης με τις αναζητήσεις των Βαν Γκογκ, Γκογκέν, Σεζάν, Ματίς;
Απαντήσεις σε τέτοια ερωτήματα τις χρειάζεται ο Έλληνας διπλωμάτης (και οι πολιτικοί του προϊστάμενοι) όχι για να τις σερβίρει στους συνομιλητές του, αλλά για να πατάει στέρεα σε αυτές ο ίδιος. Τόσο στέρεα όσο σε κάποιες ανάλογες πατούσε ο Γκάντι όταν έμπαινε στο Βρετανικό Κοινοβούλιο τραβώντας από το σχοινί την εμβληματική του κατσίκα. Και κατατρόπωνε, αυτός ο ολοκληρωτικά αδύναμος «εθνικιστής», την κοσμοκράτειρα τότε Κοινοπολιτεία.
Μακάρι, Έλληνες εκδότες να ,μετέφραζαν και να εξέδιδαν δέκα (10) μικρά και εύπεπτα βιβλιαράκια: με κριτήριο το τι θα έπρεπε οπωσδήποτε να έχει διαβάσει σήμερα ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών (υφυπουργός, διπλωμάτης, κρατικός λειτουργός), για να διαχειρισθεί τις σχέσεις μας με τους εταίρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ευτύχημα να «ανήκομεν εις την Δύσιν», αλλά η γονιμότητα τού ανήκειν προϋποθέτει σαφή κριτική επίγνωση τόσο συγγένειας όσο και διαφοράς – διαφοράς ιστορικών εμπειριών, ιεράρχησης αναγκών, «νοήματος» του βίου (δηλαδή πολιτισμού) και συνακόλουθων θεσμών, νοο-τροπίας, πεδίων αποτελεσματικότητας.
Να εκδοθεί, π.χ., το βιβλίο του E.A. Thompson «Ρωμαίοι και Βάρβαροι». Το κλασικό πια του J.M. Wallace - Hadrill «Η βαρβαρική Δύση 400-1000 μ.Χ.» Του George Duby, Η εφηβεία της Δυτικής Χριστιανοσύνης. Του Michel Bonniard, Η πολιτιστική γένεση της Ευρώπης 5ος-8ος αιώνας. Του Erwin Panofsky, Γοτθική αρχιτεκτονική και σχολαστική σκέψη. Το περίφημο και ευσύνοπτο βιβλίο του Η.-Χ. Arquillire, Ο πολιτικός Αυγουστινισμός. Το κλασικό του R. H. Tawney Θρησκεία και η άνθηση του Καπιταλισμού. Το αποκαλυπτικό του Martin Schmidt, Ο Πιετισμός, κ.λπ.
Ο ρόλος αυτών των αναγνωσμάτων θα είναι να συνειδητοποιήσει ο διαχειριστής των διεθνών σχέσεων του Ελληνισμού σήμερα (ο τυχάρπαστος δυστυχώς κομματάνθρωπος) τη ριζική διαφορά κοινωνικών εξελίξεων στην ευρωπαϊκή Δύση και στην ελληνική Ανατολή, κατά τη διαδρομή των αιώνων. Διαφορά που καθιστά τον μιμητικό της Δύσης (μεταπρατικό) χαρακτήρα του ελλαδικού κρατιδίου όχι μόνο κωμικό, αλλά και αιτία των αλυσσιδωτών καταστροφικών αποτυχιών, επί δεκαετίες τώρα, της εξωτερικής του πολιτικής.
Ταυτόχρονα η μελέτη αυτής της διαφοράς των ιστορικών καταβολών και εξελίξεων θα μπορούσε (ίσως) να οδηγήσει τους υπουργεύοντες την κομματική ιδιοτέλεια σε κάποια επίγνωση ετερότητας, που είναι στoιχειώδης προϋπόθεση για ενεργό μετοχή ενός κράτους σε εταιρισμό κρατών. Σε έναν τέτοιο εταιρισμό κάθε μέλος ή κομίζει κάτι δικό του, που οι άλλοι δεν έχουν και το χρειάζονται ή, αν μόνο πιθηκίζει τους συν-εταίρους του, περνάει στο περιθώριο ανυπόληπτος, ανύπαρκτος.
Ντροπή και οδύνη απερίγραπτη σωρεύονται στις ψυχές μας με την εικόνα και μόνο μιας διαχείρισης των διεθνών μας σχέσεων που εξαντλείται σε χασκογελάκια οικειότητας με τους ισχυρούς, πασιφανή εξασφάλίση ατομικής καριέρας με ανταλλάγματα ενδοτισμού, ανατριχιαστική άγνοια της Ιστορίας και του πολιτισμού των λαών.


