Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2012

Επανασύσταση σχέσεων κοινωνίας


H Ελλάδα σήμερα είναι νεκρή, δίχως αντανακλαστικά ετερότητας, διότι είναι μόνο κράτος με θεσμικά καταργημένη την κοινότητα. O Έλληνας δεν έχει πια καμιά απολύτως αίσθηση του «ανήκειν», του «μετέχειν», αίσθηση κοινωνίας Πιθηκίζοντας πρότυπα άσχετα με τις ανάγκες του, έφτιαξε κράτος συγκεντρωτικό, με μεγαλουπόλεις ακοινώνητου βίου, εκπίπτοντας σε τριτοκοσμική καθυστέρηση, υπανάπτυξη και φαυλότητα. Πρόσφατα, με δύο διαδοχικά εν ψυχρώ εγκλήματα, τον «Καποδίστρια» και τον «Kαλλικράτη», εξαλείφθηκε και θεσμικά – επίσημα η μικρού μεγέθους κοινότητα, χάρη στην οποία επέζησε ιστορικά ο Ελληνισμός τρεις χιλιάδες χρόνια.
Το τελευταίο ίχνος κοινότητας, λαϊκού σώματος με σχέσεις πίστης - εμπιστοσύνης και με άξονα συνοχής το «ιερό», είναι ακόμα στην Ελλάδα η ενορία. Αλλοτριωμένη, παραμορφωμένη, με χαμένο κατά κανόνα τον εκκλησιαστικό χαρακτήρα της και μεταποιημένη σε τέμενος, κάτι σαν υποκατάστημα του IKA «διά την ικανοποίησην των θρησκευτικών αναγκών του λαού» όμως σώζεται ακόμα ως λαϊκή σύναξη και δυνάμει σώμα. H τραγωδία είναι ότι δεν υπήρξε ώς τώρα αρχιεπίσκοπος στο ελλαδικό κράτος με επίγνωση της αγεφύρωτης αντίθεσης Eκκλησίας και θρησκείας – ατομοκεντρική η θρησκεία, αυθυπερβατική (κοινωνούμενη, ερωτική) η ύπαρξη του εκκλησιαστικού ανθρώπου.
Στο πλαίσιο του μεταπρατικά εκδυτικισμένου ελλαδικού κράτους, το εκκλησιαστικό γεγονός έχει ριζικά αλλοτριωθεί σε ατομοκεντρική θρησκευτικότητα. H πίστη εκλαμβάνεται σαν ατομική αγκίστρωση σε πεποιθήσεις και ιδεολογήματα, σε παραδοχές άσχετες με την εμπειρική τους επαλήθευση, «ορθοδοξία» σημαίνει εγωκεντρική θωράκιση με αξιωματικά «ορθές» βεβαιότητες. Έτσι το κήρυγμα εκφυλίζεται σε ιδεολογική προπαγάνδα ή σε ηθικιστικό ωφελιμισμό, παπαρδέλες ψυχολογικού ευσεβισμού και βασανιστικού νομικισμού.
Αυτή την ώρα που ο Ελληνισμός καταρρέει σαν οργανωμένη συλλογικότητα, μόνο ένας εκκλησιαστικός μπροστάρης, ένας αρχιεπίσκοπος, θα μπορούσε ίσως και να ανατρέψει τους όρους της κατάρρευσης. Αν μιλούσε εκείνη την «άλλη» γλώσσα, την ακαταμάχητη, που είναι η σιωπή της αποκαλυπτικής πράξης. Πράξη εκκλησιαστική δεν είναι τα συσσίτια σε συνεργασία με τα σούπερ μάρκετ, αυτό είναι σύμπραξη με τη λογική της κατάρρευσης, τη λογική του ατελέσφορου IKA, τον Μολώχ της χρησιμοθηρίας που οδήγησε στην κατάρρευση.
Ακαταμάχητη είναι η γλώσσα της πίστης - εμπιστοσύνης που γεννιέται μόνο από το άθλημα της μετοχής. σε σχέσεις κοινωνίας της ζωής, σε εκκλησιαστική ενορία. Και ένας εκκλησιαστικός μπροστάρης θα μπορούσε σιωπηρά, χωρίς ιδεολογικές ρητορείες, να ξαναχαρίσει στην Ελλάδα ενορίες: Μεθοδικά, με καθημερινή προσωπική παρουσία, να σαρώσει από τις εκκλησιές την αλλοτρίωση, δηλαδή ότι υπηρετεί τον ατομικό εντυπωσιασμό, την ψυχολογική υποβολή, την ακοινώνητη «έξαρση»: τερατώδεις μεγαφωνίες, θρησκευτικές χαλκομανίες που έχουν υποκαταστήσει τις εκκλησιαστιακές Εικόνες, κανταδόρικες τετραφωνίες, νεοπλουτίστικους αφόρητου κιτς πολυέλαιους και μανουάλια, φωτισμούς «νέον», φτηνιάρικο καρεκλομάνι αντί για το σοφό στασίδι.
Μόνο αν υπάρξουν πυρήνες εξόδου από τη λογική της κατάρρευσης, έμπρακτης εξόδου, μπορεί να σαρκωθεί ελπίδα. Όσο μιλάμε τη γλώσσα της ιδεολογίας, των στατιστικών αναλύσεων και της ατέλειωτης ποικιλότητας των απόψεων για ανάκαμψη, τη γλώσσα του ακτιβισμού συσσιτίων και αλτρουιστικών «πρωτοβουλιών», παίζουμε στο γήπεδο της παρακμιακής κατρακύλας. H «άλλη» γλώσσα, που μπορεί να γεννήσει κοινωνική συνοχή και ανιδιοτέλεια, τη χαρά του «μετέχειν» και «ανήκειν», είναι η γλώσσα της Eικόνας που ιδρύει σχέση, της δραματουργίας που μυεί στο άρρητο, είναι το άναμμα του κεριού - άφωνη προσευχή, το μέλος που συγκροτεί ενότητα αλληλοστηριχτική.
Στο πλαίσιο ενός ξεσηκωμού για παλινόρθωση της ενορίας – κοινότητας θα ενταχθεί οπωσδήποτε και μιας άλλης γλώσσας κατήχηση: Oχι πια ηθικιστική ωφελιμολογία και νοησιαρχικά ιδεολογήματα, αλλά μαθήματα σε κάθε ναό εξοικείωσης με την ιλιγγιώδη ποίηση της εκκλησιαστικής λατρείας, μαθήματα γλώσσας που να αναχαιτίσουν τη μεθοδευμένη αποκοπή του Έλληνα από τη γλωσσική του συνέχεια, από τις πηγές της πολιτισμικής του αυτοσυνειδησίας.
Ένας αρχιεπίσκοπος εκκλησιαστικός μπροστάρης – όχι «θρησκευτικός ηγέτης», αγιατολάχ ή παπίσκος. Που θα γνοιαστεί επιτέλους τους ορφανεμένους από επίσκοπο πρεσβυτέρους της Εκκλησίας, θα τους αποκαταστήσει σε συνεργάτες, θα πάψει να τους λογαριάζει «ιερείς» της «επικρατούσας θρησκείας» και να αρμέγει βάναυσα τα παπαδικά τους «τυχερά». Ανάκαμψη της ελληνικής κοινωνίας θα προέλθει μόνο με επανασύσταση των προϋποθέσεων ζωτικής κοινωνικής συνοχής, εμπειρικής ψηλάφησης «νοήματος» της ύπαρξης και της συνύπαρξης.

Δεν υπάρχουν σχόλια: